Sunday, April 1, 2012

book 31 | april's fool


photo: y.sk [ C. March 2012]
 hit the 'play' button:


 

" Όταν θα μεγαλώσεις και όταν καμιά φορά τύχει και είσαι λυπημένη...' είπε η γιαγιά, '... να βάφεις τα νύχια σου κόκκινα.  Των χεριών, όχι των ποδιών. Για να τα βλέπεις."
" Και των ποδιών τί? " είπε η μικρή. " Tων ποδιών ότι θες, αρκεί να ταιριάζουν κάπως και να είναι ωραία, δεν χρειάζεται να είναι ασορτί χέρια-πόδια, απλά να είναι ωραία."
'' Εντάξει. Πάμε τώρα γιατί βαρέθηκα?"
Η μικρή περπατούσε χαρούμενη δίπλα στη γιαγιά που της έκανε τη χάρη να φύγουν από το πάρκο. 
Στον δρόμο προς το σπίτι, η δεσποινίδα Μπέλλα άκουσε ένα τραγούδι που έλεγε ' it takes a steady hand to kill a man ' ή κάπως έτσι. Τέλος πάντων ήταν ένα πολύ ωραίο τραγούδι και θα ήθελε πολύ να το ξανακούσει αλλά στον σταθμό δεν απαντούσε κανείς όταν πήρε τηλέφωνο να ρωτήσει πιο είναι κ' έτσι λυπήθηκε κάπως. 
Μετά,στο σπίτι, σκέφτηκε διάφορα καθώς και το αν πιάνει το κόλπο που άκουσε να λέει η γιαγιά. Και πήγε στο μπάνιο να κατουρήσει γιατί δυόμιση ώρες χωρίς τουαλέτα ήταν πολλές και δεν άντεχε άλλο. Άνοιξε τον διακόπτη του νερού και αμέσως σκέφτηκε πως πάει καιρός που και ο υδραυλικός την κοροϊδεύει και δεν έρχεται και πως κάθε φορά πρέπει να ανοίγει και να κλείνει τον διακόπτη για να μην γεμίσει το σπίτι νερά. Και τότε άρχισε να τρέχει το νερό σαν συντριβάνι από διάφορα σημεία των σωληνώσεων. Εκείνη όμως κατουριόταν πολύ και έπρεπε να διαλέξει γρήγορα τί θα κάνει. Στον διάδρομο έξω από το μπάνιο, στην κρεμάστρα για τα μπουφάν, υπήρχε το άσπρο της αδιάβροχο. Το άρπαξε, το φόρεσε, έβαλε και την κουκούλα και τέλος.
words: y.sk [ C. April 2012 ]






Monday, March 19, 2012

book 30 | lavandula angustifolia


photo by: y.sk [C. October 2011]








hit the 'play' button:





Η δεσποινίδα Μπέλλα κοιμήθηκε αρκετά. Στο διάστημα αυτό,συνέβησαν διάφορα τα οποία θα συνέβαιναν έτσι και αλλιώς. Εκείνη δεν έχει αλλάξει πολύ σε γενικές γραμμές. Αδυνάτισε λίγο, τα μαλλιά της μάκρυναν αρκετά και τα λουλούδια στην βεράντα της ευτυχώς δεν μαράθηκαν γιατι μάλλον έβρεχε συχνά (δεν εξηγείται αλλιώς). Θυμάται πως λίγο πριν κοιμηθεί είπε οτι αισθάνεται να αιωρείται σαν μπαλαρίνα και κάποιος της είπε θα σου κάνω μασάζ για να χαλαρώσεις. Όμως εκείνη δεν ενοούσε σαν μπαλαρίνα του luna park μα σαν μπαλαρίνα του μπαλέτου αλλά δεν πρόλαβε να το διευκρινήσει γιατι μόλις άρχισε το μασάζ αποκοιμήθηκε αμέσως. Δεν ήθελε να αποκοιμηθεί αλλά δεν στενοχωριέται πολύ γιατι αφενός ξεκουράστηκε και αφετέρου κατάλαβε. Lavandula Angustifolia oil is used to calm and soothe the senses for a deep and easy sleep. It can be used to massage the baby and the mother and the whole family.
words: y.sk [C.March 2012]

Saturday, October 15, 2011

book 28 | the drawer


photo: http://www.flickr.com/photos/calliope/2349181214/

hit the 'play' button:



Η δεσπονίδα Μπέλλα πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε για να μαζέψει κάποια πράγματα που από χρόνια έπρεπε να μαζευτούν. Είτε για να πεταχτούν, είτε για να αποθηκευτούν και να πεταχτούν αργότερα, είτε για να αποθηκευτούν και να περάσουν στις επόμενες γενιές μέχρι κάποια στιγμή να πεταχτούν, τέλος πάντων έπρεπε να φύγουν απ'τη μέση. Εκεί, την περίμενε η μαμά της με το γνωστό χαμόγελο και τα μαλλιά της όμορφα χτενισμένα (γεγονός που υποδήλωνε πως δεν θα τη βοηθούσε καθόλου στο μάζεμα). Πίνωντας γάλα με καφέ όπως παλιά, είπαν να αρχίσουν με κάτι εύκολο. Επιλέχθηκε το κόκκινο έπιπλο με τα τέσσερα μεγάλα συρτάρια που έπρεπε να αδειάσει και να μπουν άλλα πράγματα. Η δεσποινίδα Μπέλλα το διάλεξε σαν πρώτο γιατί ήξερε πως όταν φτάσουν στο κάτω αριστερό συρτάρι, εκεί που ήταν οι φάκελοι με τις φωτογραφίες, τα πράγματα θα γίνουν εύκολα ή ίσως και όχι αλλά σίγουρα δεν θα επιβαρύνει τη μέση της με κουβαλήματα. Ανάμεσα στους φακέλους και τις ιστορίες τους που η μαμά της έλεγε για πολλοστή φορά και που κατά βάθος η δεσποινίδα Μπέλλα χαιρόταν πάντα να ακούει, η κυρία Ολυμπία άρχισε να διηγείται μια άγνωστη ιστορία για τον κύριο με τις ταπετσαρίες που η Μπέλλα χάζευε όταν ήταν μικρή. Σχεδόν τον παρακολουθούσες, ήταν τα ακριβή της λόγια. Η δεσποινίδα Μπέλλα, ήταν σίγουρη ότι δεν την είχε ξαν'ακούσει αυτή την ιστορία και ξαφνικά σταμάτησε να είναι υπομονετική και ανυπόμονη μαζί και έδωσε όλη της την προσοχή στη μαμά της που ξεκίνησε την ιστορία κάπως έτσι: ' να, το βλέμμα σου εδώ μου θυμίζει τότε στο εξοχικό πριν καν αρχίσεις να μιλάς.  Όποτε πηγαίναμε βόλτα στο λιμάνι και έβλεπες τον κύριο με τις ταπετσαρίες, σταμάταγες να προσέχεις οτιδήποτε άλλο και τον παρατηρούσες και χαμογελούσες. Όπου τον έβλεπες, σταμάταγες και τον κοιτούσες. Αλλά δεν τον κοιτούσες απλά, ήσουν σαν εξερευνητής. Και ήταν αρκετά αστείο γιατί ήσουν νιάνιαρο και αυτός απλά περιφερόταν ή καθόταν στο καφενείο με ένα δειγματολόγιο στο χέρι και η αλήθεια είναι ότι ήταν αξιοπρόσεχτος και όλοι τότε τον σχολίαζαν. Και ήταν αστείο για εμάς να σε βλέπουμε να χαζεύεις έτσι. Μα δεν τον θυμάμαι καθόλου, είπε η Μπέλλα... και μετά, έχουμε καμιά φωτογραφία του πουθενά? Όχι, είπε η κυρία Ολυμπία, ούτε το όνομά του θυμάμαι αλλά θυμάμαι πως εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν. Κράταγε πάντα το δειγματολόγιό του μαζί και ξέρω σίγουρα πως δεν ήταν πωλητής ή κάτι τέτοιο. Συνήθως έδειχνε τα δείγματα στους γνωστούς του και ενώ δεν έλεγε πολλά λόγια, καταλάβαινες πως κάθε φορά ένα από αυτά τον είχε ενθουσιάσει περισσότερο από τ'άλλα. Καμιά φορά έλεγε ' Αυτή. Ωωωω... Δεν είναι ωραία?' ή άλλοτε καθόταν στο καφενείο με τις ταπετσαρίες απλωμένες στη διπλανή καρέκλα. Έδειχνε χαρούμενος που τις είχε και τις κοίταζε και έτσι απλωμένες που ήταν μπορούσαν εύκολα να τις δουν και οι περαστικοί ακόμα και αν ήταν σε αυτοκίνητο. Ήταν αγαπητός αλλά και τον σχολίαζαν όπως σου είπα, θυμάμαι πώς τον χαιρέταγαν διάφοροι φωνάζοντας 'εεεεεε!!!πότε ήρθες??' και μετά κοίταγαν με πονηριά το δειγματολόγιό του, που όπως σου είπα ήταν πάντα διαφορετικό.  Στο είπα? Τέλος πάντων. Εκείνος χαμογελούσε. Το χαμόγελό του το θυμάμαι.
Κάποτε ο σερβιτόρος στο καφενείο μας είπε ότι φεύγωντας όπως πάντα βιαστικά, ξέχασε το δειγματολόγιό του εκεί. Μετά από κάποιες ώρες, πήρε τηλέφωνο και ζήτησε να του το κρατήσουν και επισήμανε αυστηρά αλλά ευγενικά πως δεν πρέπει να το χάσουν ή να το δανείσουν πουθενά και πως θα έρθει να το πάρει ο ίδιος ή ίσως κάποιος άλλος. Δεν γύρισε να το πάρει, αλλά μετά από κάποιους μήνες και χωρίς να το έχει αναζητήσει, το θυμήθηκε ο σερβιτόρος και του το έδωσε . Ένας απ'τους γνωστούς του επίσης μας είπε ότι είχε πολλά τέτοια στο σπίτι του και ότι ενώ τους είχε αδυναμία, συχνά τα ξέχναγε απο εδώ και από εκεί και για καιρό τα έχανε αλλά πάντα χαιρόταν πολύ όταν τυχαία τα ξανάβρισκε. Μια φορά που καθόμασταν δίπλα του στο καφενείο και εσύ  τον κοίταγες όπως πάντα και είχες αφήσει το παγωτό σου και έλιωνε, σου είχε δώσει ένα κομμάτι και σου είχε πεί πως είναι το πιο ωραίο του και το πιο τυχερό. Θυμάσαι? Που να θυμάσαι. Κάπου εδώ το έχω...περίμενε λίγο να το βρώ, είπε η κυρία Ολυμπία και χάθηκε στο δωμάτιό της. 
 words: y.sk [C. October 2011]

photo: y.sk archive [C.]